κατελέγχω

κατελέγχω
κατελέγχω (always negatived, in litotes.)
1 belie, dishonour

ἔργῳ τ' οὐ κατὰ εἶδος ἐλέγχων ἐξένεπε Αἴγιναν πάτραν O. 8.19

Οὐλυμπίᾳ τε Θεόγνητον οὐ κατελέγχεις, οὐδὲ Κλειτομάχοιο νίκαν Ἰσθμοῖ θρασύγυιον P. 8.36

ἀνδρῶν δ' ἀρετὰν σύμφυτον οὐ κατελέγχει I. 3.14

τὸν μὲν οὐ κατελέγχει κριτοῦ γενεὰ πατραδελφεοῦ I. 8.65


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • κατελέγχω — (Α) 1. αποδεικνύω κάτι ως ψεύτικο, διαψεύδω («σὲ δὲ μή τι νόον κατελεγχέτω εἶδος» η μορφή σου να μη διαψεύδει καθόλου τον εσωτερικό σου κόσμο, Ησίοδ.) 2. ατιμάζω, καταισχύνω («ἀνδρὼν δ ἀρετὰν σύμφυτον οὐ κατελέγ χει», Πίνδ.) 3. προδίδω, φανερώνω… …   Dictionary of Greek

  • κατελέγξῃ — κατελέγχω convict of falsehood aor subj mid 2nd sg κατελέγχω convict of falsehood aor subj act 3rd sg κατελέγχω convict of falsehood fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελέγξαι — κατελέγχω convict of falsehood aor inf act κατελέγξαῑ , κατελέγχω convict of falsehood aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελέγξεις — κατελέγχω convict of falsehood aor subj act 2nd sg (epic) κατελέγχω convict of falsehood fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελέγχει — κατελέγχω convict of falsehood pres ind mp 2nd sg κατελέγχω convict of falsehood pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελέγχοντα — κατελέγχω convict of falsehood pres part act neut nom/voc/acc pl κατελέγχω convict of falsehood pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελεγχθείη — κατελέγχω convict of falsehood aor opt pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελεγχθείς — κατελέγχω convict of falsehood aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελεγχέτω — κατελέγχω convict of falsehood pres imperat act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελεγχόμενος — κατελέγχω convict of falsehood pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατελέγξαντας — κατελέγχω convict of falsehood aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”